Κοντά δύο μήνες από τη κυκλοφορία του νέου του βιβλίου Θα πολεμάς με τους θεούς, στο οποίο μας περιγράφει την ιστορία του βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα τη μάχη και τον θάνατό του στις Θερμοπύλες, ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης απαντά σε κάποιες ερωτήσεις μου σχετικά με το νέο του βιβλίο.
Μετά την Αλεξάνδρεια και την «νεκρανάσταση» του Καμύ, ο Λεωνίδας: «Θα πολεμάς με τους θεούς». Τι συμβολίζει για σένα ο βασιλιάς της Σπάρτης;
Ο Λεωνίδας είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στο πάνθεο της ιστορίας. Εκφραστής του αμυντικού πολέμου, είναι ο άνθρωπος που έσωσε τον δυτικό πολιτισμό. Σε μια κρίσιμη στιγμή όπου ο Ελλαδικός χώρος υφίσταται τρομακτική επίθεση από την υπερδύναμη της εποχής εκείνης, ο Σπαρτιάτης βασιλιάς αναλαμβάνει να δώσει τη λύση. Πρόκειται για μοναχική στάση σε πείσμα θεών και ανθρώπων. Το τραγικό μεγαλείο αυτής της απόφασης και η σημασία της είναι ορατά ακόμα και σήμερα. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο διαφορετικό θα ήταν το σκηνικό στο σύγχρονο κόσμο αν η ρήξη Ανατολής και Δύσης είχε διαφορετική έκβαση. Οι Θερμοπυλομάχοι δεν υπήρξαν απλοί στρατιώτες, ούτε επιτρέπεται να τους χρησιμοποιούμε ως εθνικά σύμβολα. Ανήκουν στην παγκόσμια κληρονομιά και ενσαρκώνουν το οικουμενικό ιδεώδες. Οι Θερμοπύλες, τυπικά τουλάχιστον, δεν αποτελούσαν εθνικό σύνορο για όσους τις υπερασπίστηκαν τότε. Ήταν όμως σύνορο για την ελεύθερη σκέψη, για την αξιοπρέπεια, για τον πολιτισμό.
Θα χαρακτήριζες το μυθιστόρημά σου ιστορικό;
Ο όρος ιστορικό μυθιστόρημα μου δίνει την αίσθηση ότι η λογοτεχνία χειραγωγείται από την ιστορία και αυτό βέβαια δεν αρέσει σε κανένα λογοτέχνη. Κατά τη γνώμη μου ο όρος αυτός είναι αδόκιμος και προκύπτει από την ατυχή προσπάθεια να παντρέψει κανείς δύο ασύμβατες έννοιες. Η προαιώνια διαμάχη μεταξύ Ιστορίας και λογοτεχνίας παραμένει αμφίρροπη. Και οι δύο ευαγγελίζονται την αλήθεια. Από τη μια υπάρχουν κάποιοι που ισχυρίζονται ότι η Ιστορία έχει σαφές προβάδισμα έναντι της μυθοπλασίας και από την άλλη υπάρχουν κάποιοι, όπως εγώ, που πρεσβεύουν το αντίθετο.
Αν πρέπει, λοιπόν, οπωσδήποτε να απαντήσω στο ερώτημά σου, θα πω ότι το «Θα πολεμάς με τους θεούς», είναι ένα μυθιστόρημα για τον Λεωνίδα και την εποχή του. Είναι μια άμεση αίσθηση αυτού του κόσμου απαλλαγμένη από την μουσειακή αντίληψη περί Ιστορίας.
Πώς αποφάσισες λοιπόν να γράψεις για τον Λεωνίδα; Πώς τον παρουσιάζεις μέσα στο βιβλίο σου;
O Λεωνίδας ήταν ύψιστη πρόκληση από την στιγμή που υπήρχαν ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή του. Αυτός ο μοναδικός ήρωας ή μάλλον ο αντι-ήρωας παρέμεινε μια ασχημάτιστη προσωπικότητα στο διάβα των αιώνων, που προσφέρεται για μυθοπλαστική ανάπλαση. Για μένα ήταν ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής σε ένα βιβλίο που θα με πήγαινε ακόμα πιο μακριά ως μυθιστοριογράφο. Προσπάθησα να αναδείξω την ανθρώπινη πλευρά του, τις αδυναμίες, τα πάθη, τις επιθυμίες, τους φόβους και τα οράματά του. Από την άλλη, βέβαια, σεβάστηκα απόλυτα το μύθο του.
Στο βιβλίο μου, πρέπει να ξέρεις, ο Λεωνίδας δεν έχει θέση ηγέτη αλλά οδηγού. Δεν μπορεί να επιβάλλει, είναι υποχρεωμένος να πείσει. Μεγαλωμένος με το δόγμα τού «δεν θα γίνεις ποτέ βασιλιάς», όταν χρειάστηκε, απέδειξε ότι είχε και με το παραπάνω τα απαιτούμενα προσόντα. Σε σχέση με τον Κλεομένη είναι λιγότερο πληθωρικός, λιγότερος ευέλικτος και ραδιούργος, αλλά σίγουρα εντιμότερος και γενναιότερος.
Αμφέβαλλες για το τελικό αποτέλεσμα;
Στην αρχή, ναι, αμφέβαλλα. Ούτως ή άλλως ένα βιβλίο γεννιέται μέσα στην αμφιβολία. Ύστερα όσο κανείς εμβαθύνει στον ήρωα και στον κόσμο που τον περιβάλλει, κατακλύζεται από εικόνες, από ήχους, μυρωδιές και οράματα. Η μυθοπλασία αποκτά διαστάσεις και ο μύθος τοποθετείται επιτέλους στα ανθρώπινα μέτρα. Στη συνέχεια απομένει η διαδικασία της συγγραφής. Ωστόσο όταν ο μυθοπλάστης συλλάβει ενορατικά το θέμα του, βρίσκει εύκολα τις λέξεις και το ρυθμό για να το αναπτύξει.
Μήπως όμως η απόρριψη του όρου ιστορικό μυθιστόρημα σού επιτρέπει να διολισθαίνεις σε ιστορικές ανακρίβειες;
Αντίθετα. Θα έλεγα πως όσο κι αν αναθεματίζω την Ιστορία, η μεγαλύτερη αγωνία μου είναι να μην συλληφθώ ιστορικά ανακόλουθος. Φαίνεται αντιφατικό αλλά κάθε ευσυνείδητος συγγραφέας που προσπαθεί να ανασυστήσει μια ολόκληρη εποχή, γνωρίζει εκ των προτέρων πως η μυθοπλασία πρέπει να σταματά στην επινόηση ορισμένων φανταστικών προσώπων ή διαλόγων και στην εσωτερική δράση του πρωταγωνιστή. Όσον αφορά το ιστορικό πλαίσιο η παραμικρή ανακρίβεια μπορεί να τινάξει όλο το οικοδόμημα στον αέρα.
Στην περίπτωση του Λεωνίδα, λοιπόν, θα έλεγα ότι ο ήρωάς μου πατά με το ένα πόδι στην πραγματικότητα της εποχής του και με το άλλο στη μυθοπλασία. Ο κόσμος όμως μέσα στον οποίο κινείται είναι απόλυτα ακριβής και τεκμηριωμένος, ένας κόσμος πολύ πιο οικείος και σύγχρονος από ό,τι φανταζόμαστε.
Υπάρχουν όμως, όπως μας λες, και φανταστικά πρόσωπα στο μυθιστόρημά σου. Πολλά από αυτά ανήκουν στον στενό κύκλο του Λεωνίδα και συνήθως πρόκειται για μη προνομιούχους ανθρώπους. Σημαίνει κάτι αυτό;
Το «Θα πολεμάς με τους θεούς» είναι ένας μεγάλος κόσμος από ιστορικά πρόσωπα και επινοημένους χαρακτήρες. Ακόμα και τα ιστορικά πρόσωπα ακροβατούν στα όρια της μυθοπλασίας, όταν εμπλέκονται σε φανταστικούς διαλόγους, ή όταν τους αποδίδονται ιδιότητες που δεν μπορούμε εκ των υστέρων να εξακριβώσουμε. Όσον αφορά τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, και ιδιαίτερα αυτούς που διατρέχουν το μυθιστόρημα, είναι όντως στην πλειονότητά τους άτομα χωρίς ιδιαίτερα προνόμια: Η παραμάνα του Λεωνίδα, ο ανιψιός της που είναι βασιλικός υπηρέτης, οι δύο Σκιρίτες… Έχω την εντύπωση ότι ο Λεωνίδας δεν συναναστρεφόταν ιδιαίτερα επιφανείς ανθρώπους, αλλιώς στην κρίσιμη θα εξασφάλιζε για λογαριασμό του καλύτερες πολιτικές ισορροπίες. Από την άλλη, ένας άνθρωπος με όραμα ελευθερίας θα αισθανόταν σίγουρα κάποια αμηχανία απέναντι στα ακανθώδη ζητήματα, όπως αυτό της ειλωτείας.
Σε όλο το βιβλίο υποφώσκει η αντιπαλότητα Σπάρτης-Αθήνας. Είναι σαφές ότι δεν συμφωνείς με την αθηνοκεντρική εκδοχή της αρχαιότητας. Ποια είναι ακριβώς η άποψή σου για το θέμα αυτό.
Με δύο λόγια θα έλεγα ότι η Σπάρτη πριν από τους Μηδικούς πολέμους ήταν ό,τι η Αθήνα μετά τους Μηδικούς πολέμους. Ο αναγνώστης πρέπει να φανταστεί μια πόλη, η οποία παρά το αυστηρό στρατοκρατικό πλαίσιο, παραμένει ανοιχτή και διόλου συντηρητική. Τρανταχτό παράδειγμα, η Δωρική κωμωδία, ο επιφανής πρόδρομος της αττικής Κωμωδίας την οποία ο πουριτανισμός των Αθηναίων απορρίπτει σε αντίθεση με τους Σπαρτιάτες. Στις μεγάλες καλοκαιρινές γιορτές της Σπάρτης, αντίθετα, ένα πλήθος από ηθοποιούς, χορευτές, μουσικούς, ποιητές και κάθε είδους καλλιτέχνες κατακλύζουν τη Λακεδαίμονα ενθαρρυμένοι από το φιλελεύθερο πνεύμα των κατοίκων της. Εξάλλου ο πλούτος από τα κοιτάσματα σιδήρου, η υψηλή γαστρονομία, τα αντικείμενα τέχνης από τα περίφημα Λακωνικά εργαστήρια, οι πολιτειακοί θεσμοί, αλλά και η αναβαθμισμένη θέση της γυναίκας είναι θέματα που αποσιωπήθηκαν επειδή η Ιστορία γράφτηκε στα μέτρα της Αθήνας.
Τι καινούργιο, εντέλει, κομίζει στον αναγνώστη το μυθιστόρημα αυτό για τον Λεωνίδα;
Αναδεικνύει πρώτα-πρώτα την ανθρώπινη πλευρά του Λεωνίδα, αναζητώντας τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο, κάτι που κανείς μέχρι σήμερα δεν τόλμησε να το κάνει, τουλάχιστον συστηματικά. Αναδεικνύει επίσης και τον κόσμο μέσα στον οποίο έζησε και έδρασε ο ήρωάς μου, την μεγάλη καθημερινότητα που οι ιστορικοί θαμπωμένοι από το κλέος των σπουδαίων ανδρών αντιμετωπίζουν συνήθως αποσπασματικά. Ο αναγνώστης αντλεί ένα σωρό πληροφορίες για την καθημερινότητα των αρχαίων: Τι έτρωγαν, τι ρούχα φορούσαν, πώς εμπορεύονταν, πού έμεναν, πού και πότε προσεύχονταν, πότε και γιατί θυσίαζαν στους θεούς τους, πώς μετακινούνταν από πόλη σε πόλη, πώς ερωτεύονταν, ποια ήταν η φιλοσοφία τους για τον πόλεμο και ποια η σχέση τους με τη ζωή και τον θάνατο. Ό,τι δηλαδή υποχρεούται να αναδείξει ένα μυθιστόρημα που υποτίθεται ότι μιμείται την ίδια τη ζωή.
Πώς προέκυψε και τι σημαίνει ο τίτλος «Θα πολεμάς με τους θεούς;»
Μια και η υπόθεση του βιβλίου είναι λίγο-πολύ γνωστή σε όλους, θα προτιμούσα να είναι αυτό το μικρό μυστικό που θα ανακαλύψει ο αναγνώστης μέσα στις σελίδες του. Θα ήθελα μόνο να προσθέσω πως το κοινό θα μπορούσε να δει το μυθιστόρημα αυτό σαν μια ευκαιρία να ξαναδιαβάσει λογοτεχνία με φόντο την αρχαιότητα ως ένα κόσμο ειρήνης, καθημερινότητας, πολιτισμού, ανθρωπιάς και όχι ως στατικό, αγαλμάτινο, πολεμοχαρή κόσμο.