Αναρτήθηκε από: akamas | Δεκέμβριος 6, 2014

Δολοφονήθηκε ο Μένης Κουμανταρέας

Νεκρός, με εμφανείς μώλωπες στον λαιμό και το πρόσωπο, βρέθηκε στη 01:00 τα ξημερώματα του Σαββάτου, στο διαμέρισμά του επί της οδού Ζακύνθου 3 στην Κυψέλη, ο γνωστός συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας. Τον συγγραφέα εντόπισε νεκρό ο ανιψιός του, ο οποίος ειδοποίησε τις αρχές. 

Η αστυνομία εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα. 

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, στην πόρτα του διαμερίσματος δεν βρέθηκαν ίχνη παραβίασης, ωστόσο το εσωτερικό του ήταν επιλεκτικά ψαγμένο. Επίσης, οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν έφερε χτυπήματα από όπλο ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο.

Τα ακριβή αίτια του θανάτου αναμένεται να εξακριβωθούν τη Δευτέρα, μετά τη διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής.

 Επιλέξτε εδώ για να δείτε την εικόνα σε μεγέθυνση

Ο Μένης Κουμανταρέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931. Το 1948 έζησε για έξι μήνες κοντά στον αδερφό του πατέρα του στο Λονδίνο, όπου ήρθε σε επαφή με την εκεί πολιτιστική κίνηση. Τον επόμενο χρόνο αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών και τη συνέχεια σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό και εργάστηκε για είκοσι χρόνια υπάλληλος ναυτιλιακών και ασφαλιστικών εταιρειών. Το 1972 σπούδασε με υποτροφία στο Βερολίνο για έξι μήνες. 

Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1962 με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων «Τα μηχανάκια». Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα Εκλογή, Επιθεώρηση Τέχνης, Τραμ, Ηριδανός, Ο Ταχυδρόμος, Οδός Πανός, η λέξη και άλλα. 

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε στην αντιστασιακή έκδοση «18 κείμενα» και οδηγήθηκε τέσσερις φορές σε δίκη για το έργο του «Το αρμένισμα». Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος (1967 για το «Αρμένισμα») και το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1975 για τη «Βιοτεχνία υαλικών»). 

Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και από το 1982 ως το 1986 ήταν μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Ο Μένης Κουμανταρέας τοποθετείται χρονολογικά στη λεγόμενη δεύτερη μεταπολεμική γενιά της ελληνικής πεζογραφίας. Η γραφή του κινείται στα όρια ανάμεσα στον κοινωνικό ρεαλισμό με έμφαση στην απεικόνιση των αλλοτριωτικών κοινωνικών μηχανισμών και την ποιητική έκφραση του αισθήματος της φθοράς και της χαμένης αθωότητας της νεανικής ηλικίας.

Πληροφορούμενος την είδηση του θανάτου του Μένη Κουμανταρέα, ο υπουργός Πολιτισμού Κώστας Τασούλας δήλωσε:

«Ο τραγικός θάνατος του Μένη Κουμανταρέα στέρησε την ελληνική λογοτεχνία από έναν από τους κορυφαίους πεζογράφους της και τη χώρα από έναν ενεργό πολίτη.

» Για περισσότερο από μισόν αιώνα, από Τα μηχανάκια του 1962 έως το Ο θησαυρός του χρόνου, που εκδόθηκε μόλις πρόσφατα, ο Κουμανταρέας παρακολούθησε με απαράμιλλη ευαισθησία και ενάργεια, καθώς και με γοητευτικά προσωπική γραφή τον εσωτερικό παλμό και τις προσδοκίες τού σύγχρονου ανθρώπου, της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.

» Εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια στους οικείους του».

Από το in.gr

Advertisements

Responses

  1. Με μεγάλη οδύνη δεχτήκαμε την επιβεβαίωση της αποτρόπαιης είδησης για τον χαμό του Μένη Κουμανταρέα, που από τα ξημερώματα ευχόμασταν να μην είναι αλήθεια. Η Ελλάδα θρηνεί σήμερα έναν κορυφαίο συγγραφέα της. Η σκέψη μας αυτές τις ώρες βρίσκεται στην αγαπημένη του οικογένεια.
    Στον Θησαυρό του χρόνου, το τελευταίο του βιβλίο, στο οποίο ο Μένης ξεδίπλωσε τα φύλλα της ψυχής του, χωρίς να αφήσει απ’ έξω τίποτα από αυτά που μπορούσε να δει και να νιώσει, γράφει:
    Ξυπνώ με το κορμί πιασμένο, το κεφάλι να κουδουνίζει και τα μάτια, μέσα σε μαύρους κύκλους, να προσπαθούν ν’ αμυνθούν στο εχθρικό φως της καινούργιας μέρας, αν υποτεθεί ότι η μέρα που ξημερώνει μπορεί να χαρακτηριστεί καινούργια. Είναι ζήτημα αν πάλι κοιμήθηκα τρεις με τέσσερις ώρες. Τα ξενύχτια με φίλους –ενίοτε και εχθρούς– δεν λένε να μ’ εγκαταλείψουν. Περνώ στο μπάνιο, με μηχανικές κινήσεις ρίχνω νερό στο πρόσωπό μου, κάθομαι στη λεκάνη με το παντελόνι της πιτζάμας κατεβασμένο να σέρνεται στα πλακάκια. Ντύνομαι με τα ρούχα της δουλείας –ο τόνος μού ξέφυγε και εύστοχα πήγε στο γιώτα–, σακάκι και γραβάτα, γλιστρώ στις αδύναμες γάμπες τις κάλτσες –μανταρισμένες απ’ τα χεράκια της μητέρας μου– κι ύστερα ανυπόμονα φορώ τα παπούτσια τσαλακώνοντας το δέρμα στις φτέρνες. Μια φέτα βουτυρωμένο ψωμί με κάποιες ρανίδες μέλι κι ένας καφές πρόχειρα φτιαγμένος στο μάτι της κουζίνας με συνοδεύουν ως την εξώπορτα. Κοιτάζω με αγωνία το ρολόι μου, το παλιό μου Ωμέγα, αυτό που κάθε τόσο αντικαθιστώ οσάκις πέφτω θύμα κλοπής από τα χέρια κάποιου ωραίου μακρυχέρη. Υπολογίζω πόση ώρα θέλω για να βρεθώ στον αριθμό 30, όσα και τα χρόνια μου, κι αν είναι προτιμότερο αντί για λεωφορείο να πάρω ταξί. Σίγουρα οι ταξιτζήδες θα μου στήσουν κάποτε ένα μνημείο.

    Να είναι ελαφρύ, Μένη, το χώμα που θα σε σκεπάσει.

    Άννα Πατάκη
    Αθήνα, Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: