Αναρτήθηκε από: akamas | Φεβρουαρίου 17, 2017

Συνέντευξη Τάσου Παπαναστασίου

Πριν λίγες ημέρες ολοκλήρωσα το βιβλίο του Τάσου Παπαναστασίου με τίτλο 14 ημέρες το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο. Ο συγγραφέας με τιμά απατώντας σε κάποιες ερωτήσεις μου σχετικά με το βιβλίο.

  1. Ο άξονας της ιστορίας είναι μια αστυνομική έρευνα που οδηγείται σε αδιέξοδο. Ποιος ήταν ο στόχος σας χρησιμοποιώντας μια αστυνομική έρευνα ως άξονα του βιβλίου σας;

Στις «14 ημέρες» πολύ γρήγορα διαφαίνεται ένα αδιέξοδο. Ο αστυνόμος Απτόσογλου, ο βασικός ήρωας της ιστορίας, αδυνατεί να λύσει το μυστήριο και να απαντήσει στα ερωτήματα που θέτει η έρευνά του. Η προσπάθειά του θυμίζει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κοινωνία μας τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της Κρίσης. Απώλειες, τεράστια αδιέξοδα, αγωνία για τις επιπτώσεις τους, πολλαπλές διέξοδοι που διαφαίνονται και αντίστοιχα αδιέξοδα που ορθώνονται, καθώς οι ελπίδες που γεννιούνται διαρκώς ματαιώνονται, κάνοντας τα αδιέξοδα να φαντάζουν απροσπέλαστα κάτι που οδηγεί την στην απελπισία της απραξίας. Αυτό ήθελα να αισθανθεί ο αναγνώστης. Την ένταση της έρευνας και της προσπάθειας να λυθεί το μυστήριο αλλά και την απογοήτευση που αυτό δεν γίνεται. Κάτι σαν την καθημερινότητά μας δηλαδή.

Δεν είναι όμως μόνο ένας ο λόγος για τον οποίο επέλεξα να χρησιμοποιήσω ως άξονα μια αστυνομική ιστορία. Πάντα με γοήτευαν οι ιστορίες μυστηρίου, το άγνωστο που πρέπει  να γίνει γνωστό, να διερευνηθεί. Με γοήτευαν οι δύσκολες συνεπαγωγές που πρέπει να γίνουν για να βρεθεί μια λύση σε ένα διαφαινόμενο αδιέξοδο. Και φυσικά πάντα με ενθουσίαζε και με ανακούφιζε η λύση του μυστηρίου.

Από την άλλη, τα αστυνομικά μυθιστορήματα καταλαμβάνουν μεγάλο τμήμα από την προσωπική μου βιβλιοθήκη της εφηβείας, της νεότητας και των χρόνων της δημιουργίας. Συγγραφείς όπως ο Ντάσιελ Χάμετ και ο Ζαν Κλωντ Ιζζό, ο Τζέιμς Έλροϊ και ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, ο Ίαν Ράνκιν και η Πατρίτσια Χάισμιθ, ο Πέτρος Μάρκαρης και ο Αργύρης Παυλιώτης, ο Ρέιμοντ Τσάντλερ και άλλοι τόσοι πολλοί και σπουδαίοι το όνομα των οποίων αυτή τη στιγμή δεν μου κάνει το χατίρι να ανακληθεί στη μνήμη μου, όλοι αυτοί καθόρισαν ένα μεγάλο κομμάτι της πορείας μου ως αναγνώστη.

Έπειτα, το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένας από τους μεγάλους αδικημένους της λογοτεχνίας. Είναι γνωστή στους χώρους της βιβλιοκριτικής και των λογοτεχνών η απαξίωση με την οποία οι κάθε είδους ειδικοί αντιμετωπίζουν τις αστυνομικές ιστορίες. Όχι όλοι ευτυχώς αλλά οι περισσότεροι. Μια απαξίωση η οποία, αν και δεν είναι η ώρα να συζητήσουμε, φαντάζομαι, γι’ αυτή, είναι άδικη και πρόχειρη. Εννοώ πως όλοι όσοι απαξιώνουν το αστυνομικό μυθιστόρημα το κάνουν πρόχειρα και γρήγορα, επιλέγοντας να σταθούν στις στερεότυπες προσεγγίσεις, που ως στερεότυπες είναι εύκολες, εύπεπτες και συνήθως λανθασμένες.

Συνοψίζοντας, η γοητεία που ασκούσαν επάνω μου οι αστυνομικές ιστορίες, οι αναγνώσεις μου, η απαξίωση του λογοτεχνικού αυτού είδους από τους ειδικούς, κάτι που ανέκαθεν δεν μπορούσα εύκολα να δεχτώ, το γεγονός πως μια αστυνομική ιστορία κρατάει σε εγρήγορση τον αναγνώστη, διεγείρει το ενδιαφέρον του και σχεδόν τον υποχρεώνει να υποθέτει συνεχώς τι θα συμβεί στις επόμενες σελίδες αλλά και το γεγονός ότι όλο αυτό παραπέμπει στις αγωνίες που όλοι μας ζούμε στα χρόνια της Κρίσης στην πατρίδα μας, είναι οι λόγοι που επέλεξα την αστυνομική ιστορία ως άξονα.

  1. Ο κεντρικός ήρωας, Άλκης Απτόσογλου, είναι μια ιδιαίτερη, θα έλεγα, μορφή αστυνομικού. Πώς θα μας τον περιγράφατε;

Ναι, είναι αλήθεια αυτό που λέτε. Είναι ένας ιδιαίτερος άνθρωπος. Βίωσε από πολύ νωρίς την απώλεια, πέρασε από διάφορες καταστάσεις που μάλλον ήταν δύσκολες και τον καθόρισαν, του αρέσουν το ουίσκι, το κάπνισμα, η μουσική και το διάβασμα, απεχθάνεται τους φασίστες συναδέλφους του και τους γόνους κάθε είδους, του αρέσει η μουσική και η επιλεκτική παρέα με τους φίλους του, αναζητά τον έρωτα και τη θαλπωρή, διαρκώς επιζητά τη λύση σε ό,τι τον απασχολεί και να αναστοχάζεται τα λάθη του και τις επιλογές του, αγαπάει σχεδόν παθολογικά τις κόρες του και ξέρει πολύ καλά πως εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία στη ζωή κάθε ανθρώπου είναι το να υπερασπίζεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ελευθερία του. Όλα αυτά τα κάνει, βέβαια, με τον δικό του ξεχωριστό και ιδιαίτερο τρόπο. Όπως άλλωστε κάνουμε όλοι μας.

  1. Στο βιβλίο έχουμε την ευκαιρία να δούμε σε μεγάλο βαθμό τον εκφασισμό της ελληνικής αστυνομίας.  Ποιες επιπτώσεις θα μπορούσε να έχει αυτό στην ελληνική κοινωνία;

Στην ελληνική αστυνομία, κύριε Ρούσια, συμβαίνει ό,τι συμβαίνει και στην υπόλοιπη ελληνική κοινωνία. Ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας μας αρέσκεται στο να ακούει μεγάλα λόγια, να ακούει αυτά που θέλει να ακούσει, έστω και αν είναι προφανή ψέματα. Είναι πολύ ανησυχητικό για το τι αυτό μπορεί να σημαίνει για το μέλλον της ελευθερίας και της δημοκρατίας στην πατρίδα μας.

Διάφορες έρευνες έχουν δείξει πως ο φασισμός του παρόντος μας αλλά και του μέλλοντός μας δεν είναι απαραίτητο να μοιάζει με εκείνον του παρελθόντος. Ίσως δεν έχει σπουδαίους ρήτορες ως αρχηγούς, ίσως δεν επιδεικνύει τη δύναμή του με παρελάσεις και εντυπωσιακές τελετές αλλά θα έχει τα βασικά συστατικά που έχουν όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ανελευθερία, υποταγή στον αρχηγό, απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και τη σιωπηρή πλειοψηφία της κοινωνίας να τον αποδέχεται γιατί επιτέλους θα μπει μια τάξη στο χάος και θα γίνει σπουδαία πάλι η πατρίδα. Οποιαδήποτε πατρίδα.

Οι τελευταίες εξελίξεις, δυστυχώς, επαληθεύουν αυτές τις έρευνες. Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ επαληθεύει αυτό ακριβώς που φοβόμαστε όλοι όσοι ανησυχούμε τα τελευταία χρόνια. Και οι επερχόμενες εκλογές σε διάφορα κράτη της Ευρώπης φαίνεται πως θα επιβεβαιώσουν τους πιο κρυφούς μας φόβους. Μακάρι να κάνω λάθος.

Από την άλλη, εδώ στην πατρίδα μας, οι νοσταλγοί της πιο μαύρης νύχτας στην ιστορία της ανθρωπότητας, και αναφέρομαι στα χρόνια της επικράτησης του φασισμού και του ναζισμού κατά το πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα στην Ιταλία και τη Γερμανία και σε ό,τι αυτό είχε ως συνέπεια, οι νοσταλγοί αυτοί λοιπόν φαίνεται πως έχουν βρει ακροατήριο και αυτό αποτυπώνεται και στις εκλογικές αναμετρήσεις αλλά και στα ποιοτικά στοιχεία των διάφορων δημοσκοπήσεων που αποτυπώνουν την ξενοφοβία, τον υφέρποντα ρατσισμό και την εσωστρέφεια που καταγράφεται για διάφορες κατηγορίες του ελληνικού πληθυσμού.

Η ελληνική αστυνομία και οι άντρες και οι γυναίκες που τη στελεχώνουν δεν διαφέρουν λοιπόν από την υπόλοιπη κοινωνία, όπως δεν διαφέρουν οι δάσκαλοι, οι γιατροί, οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι. Το ανησυχητικό είναι πως έχουν καταγραφεί εκρηκτικά ποσοστά υπέρ των νοσταλγών που έλεγα πιο πάνω στις διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις στα εκλογικά τμήματα όπου και ψήφιζαν αστυνομικοί. Το ανακουφιστικό είναι πως υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι των ανθρώπων της ελληνικής αστυνομίας που δεν ασπάζεται τέτοιες ιδέες. Έχω γνωρίσει αρκετούς και αρκετές από αυτούς και ευτυχώς που υπάρχουν.

Για να επανέλθω στο ερώτημά σας, εκείνο που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι να δούμε πώς θα αντιδρούσαν όλοι, πώς θα αντιδρούσαμε όλοι μας, όταν μία πιθανή προσπάθεια από κάποιους για έκτακτα μέτρα, ανελεύθερα φυσικά, γινόταν σε έκτακτες πιθανές συνθήκες που ίσως δημιουργούσαν η οικονομική ασφυξία που ζούμε και όσα αυτή προκαλεί στην κοινωνία.

Το δύσκολο στην περίπτωση της αστυνομίας είναι ότι αφού έχει το δικαίωμα της νόμιμης βίας, αφού ασκεί τη νόμιμη βία, σε έκτακτες περιπτώσεις, κατάλυσης ας πούμε της Δημοκρατίας, θα ασκήσει τη βία που θα υποδείξει αυτός που θα καταλύσει το πολίτευμα.  Τα ιστορικά προηγούμενα είναι γνωστά σε όλους μας. Ελπίζω και εύχομαι να μη χρειαστεί ποτέ να απαντήσουμε στα υποθετικά σενάρια που ανέφερα πιο πάνω. Μέχρι τότε, η σύγκρουση ιδεών και πρακτικών που συμβαίνει στην κοινωνία, θα συμβαίνει και στην ελληνική αστυνομία. Και αν είναι θεμιτό κάτι τέτοιο να συμβαίνει στην κοινωνία είναι δύσκολο και απειλητικό για όλους μας που αυτό συμβαίνει στην ελληνική αστυνομία.

  1. Δεν είναι λίγα τα σημεία στο βιβλίο σας στα οποία βλέπουμε τις επιπτώσεις που έχει η οικονομική κρίση στη κοινωνία. Που βλέπετε να οδηγούμαστε μεσούσης αυτής της κρίσης;

Νομίζω πως η οικονομική κρίση μάς άλλαξε όλους μας. Άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα.

Άλλοι από εμάς επέλεξαν να βυθιστούν στην αυτοκριτική και στον αναστοχασμό όλων όσων έγιναν στη ζωή τους κατά τη διάρκεια των χρόνων της πλαστής ευδαιμονίας πριν από την κρίση. Άλλοι απλά αποδέχτηκαν το κακό και συνέχισαν να ζουν δίχως να κάνουν το παραμικρό. Άλλοι αναζήτησαν εχθρούς και αίτια στους κακούς ξένους και στους κακούς πολιτικούς. Άλλοι παρασύρθηκαν από μεγάλα λόγια και σπουδαίες ελπίδες που όμως πολύ σύντομα αποδείχτηκαν ψεύτικες. Άλλοι απλά δεν κατάλαβαν τίποτα.

Η κοινωνία άλλαξε. Και συνεχίζει να αλλάζει. Μοιάζει να προσπαθεί να βρει βηματισμούς νέους που θα την οδηγήσουν μπροστά. Το κακό είναι πως η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών αρνείται να σκεφτεί ορθολογικά, δεν την έχει διδάξει και κανείς, εδώ που τα λέμε, να το κάνει σωστά αυτό. Έτσι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Και τα αδιέξοδα είναι αυτά που φέρνουν τις μεγάλες καταστροφές.

Είπαμε και πριν για τον Ντόναλντ Τραμπ και τις εκλογές που έρχονται σε χώρες στην Ευρώπη. Ο λαϊκισμός έχει επικρατήσει, ή φαίνεται να επικρατεί. Αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Ένα πολύ ανησυχητικό σημάδι για το τι θα έρθει σε λίγα χρόνια. Δυστυχώς δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος. Το μόνο που με κάνει να αισιοδοξώ λίγο είναι οι αντιδράσεις μερίδας των συμπολιτών μας στις προσπάθειες επιβολής ξενοφοβικών και ρατσιστικών πρακτικών στην κοινωνία. Οι αντιδράσεις εκείνων που υπερασπίζονται την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Είναι μια σκοτεινή περίοδος όλο αυτό που ζούμε. Η εποχή των τεράτων. Το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ του παλιού που πεθαίνει και του καινούργιου που πασχίζει να γεννηθεί για να χρησιμοποιήσω έναν αφορισμό που αποδίδεται στον Αντόνιο Γκράμσι. Είναι ο ίδιος που στα Γράμματά του από τη φυλακή έγραφε πως η πρόκληση της νεωτερικότητας είναι να ζει κανείς δίχως ψευδαισθήσεις μα και δίχως απογοήτευση. Έγραφε πως είναι απαισιόδοξος λόγω ευφυΐας και αισιόδοξος λόγω θέλησης. Αυτό ίσως να είναι και η μόνη λύση για την εποχή μας.

  1. Περιγράφετε τις προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις του αστυνόμου και των υπολοίπων ηρώων.  Τι θα μπορούσαμε να πούμε για τις σχέσεις αυτές;

Ένας καλός φίλος μου είπε αστειευόμενος καθώς συζητούσαμε για το βιβλίο, πως ένας εναλλακτικός τίτλος, εάν ήταν επιστημονικό εγχειρίδιο ή εύπεπτο ανάγνωσμα και όχι μυθιστόρημα, θα μπορούσε να είναι «Οι ανθρώπινες σχέσεις στα χρόνια της Κρίσης». Γελάσαμε αλλά νομίζω πως ένα δίκιο το είχε ο φίλος. Μέσα στην υπερβολή του αστεϊσμού του, έδωσε μέσα σε λίγες λέξεις το κεντρικό άξονα του βιβλίου. Είναι ένα βιβλίο για την αγάπη, τη φιλία και την παιδική ηλικία.

Όλοι μας έχουμε ένα παιδί που μιλάει μέσα μας. Τον εαυτό μας στην παιδική μας ηλικία. Πραγματικά στο βιβλίο έκανα μια προσπάθεια να καταγράψω την επίπτωση της παιδικής ηλικίας στις ενήλικες ζωές μας. Οι ήρωες του βιβλίου συνομιλούν με το παιδί αυτό. Και μάλλον δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από τις προσταγές και τα περάσματα που τους υποβάλει η φωνή αυτού του παιδιού.

Δεν υπάρχει, κύριε Ρούσια, δυσκολότερη υπόθεση από τις ανθρώπινες σχέσεις, ειδικά σε μια περίοδο που οι σταθερές των ανθρώπων έχουν χαθεί. Η απόσυρση και η μοναξιά είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της εποχής μας. Δυστυχώς, οι περισσότεροι από εμάς, δεν έχουν κάτι να προσμένουν. Δεν έχουν ένα όραμα, κάτι να τους κινητοποιεί. Έναν έρωτα, μια δουλειά, ένα μεγάλο σχέδιο. Είναι μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών κάτι που οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια. Η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά, η καλοσύνη, λέξεις και έννοιες που ίσως ακούγονται μελό, αλλά δυστυχώς δεν είναι, είναι αυτά που λείπουν. Και φυσικά εκείνο που περισσότερο από όλα λείπει είναι η διάθεση των ανθρώπων να αλλάξουν αυτό το δυσώδες περιβάλλον που ζουν.

Είναι δύσκολες και σκληρές εποχές αυτές που ζούμε και δυστυχώς αυτό δεν αντιμετωπίζεται μόνο με τη γιόγκα, το πιλάτες και το νέο σύμβολο της εποχής μας, το «να περνάμε καλά»

Δεν αντιμετωπίζονται έτσι οι μεσαίωνες. Οι μεσαίωνες αντιμετωπίζονται με αναγεννήσεις. Με σεισμούς που το μέλλον θα φέρει.

 

  1. Στο βιβλίο δίνετε και κάποια ιστορικά στοιχεία για τη Θεσσαλονίκη. Πως δένουν αυτά με την ιστορία που περιγράφετε;

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με βαριά ιστορία. Είναι η «Πόλη των φαντασμάτων» όπως πολύ εύστοχα έγραψε γι’ αυτήν ο Μαρκ Μαζάουερ στο εξαιρετικό του ομότιτλο βιβλίο.

Η Θεσσαλονίκη είναι πόλη της σιωπής και της συγκάλυψης. Της ίντριγκας και των εθνικισμών. Κουβαλάει στο αίμα της την ένοχη σιωπή για το Ολοκαύτωμα σχεδόν 46.000 συμπολιτών της στα χρόνια του ναζισμού, κουβαλάει έναν επαρχιωτισμό που για την ελίτ της αλλά και για πολλούς από τους καθημερινούς ανθρώπους της είναι παράσημο, αυτό της ερωτικής πόλης. Από την άλλη είναι μια πόλη που έζησαν και μεγαλούργησαν σε αυτή πολιτισμοί και εθνότητες που της έδωσαν το δικό της στίγμα. Όλα αυτά είναι αποτυπωμένα στα μνημεία της. Σε κάθε γωνιά της υπάρχει και κάτι για να σου θυμίζει το σκοτεινό αλλά και το λαμπρό της παρελθόν.

Στο βιβλίο, η Θεσσαλονίκη και η ιστορία της, είναι το σκηνικό για τα όσα δύσκολα συμβαίνουν. Είναι η συλλογική μνήμη που κουβαλούν οι ήρωες, και περισσότερο από όλους ο κεντρικός ήρωας, Αστυνόμος Απτόσογλου, στην πορεία του προς την αυτογνωσία.

 

Advertisements

Responses

  1. Με εντυπωσίασε και με εξέπληξε ευχάριστα το βιβλίο του φίλου μου του Τάσου.
    Σου αφήνει μια αίσθηση συμμετοχής στα δρώμενα, ιδίως αν είσαι απο την Θεσσαλονίκη…. εκεί γύρω στα 50-60 χρονών!!

  2. Αν και δεν είμαι λάτρης των αστυνομικών μυθιστορημάτων, οι παραλληλισμοί με τα όσα περνάμε σε αυτήν την κρίση, με έχουν δελεάσει! Θα διαβάσω το βιβλίο και θα κάνω έναν καλύτερο σχολιασμό.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: