ΤΟ ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣΈναν σχετικά άγνωστο και αρκετά κυνηγημένο στη χώρα του μας παρουσιάζουν στο βιβλίο αυτό οι εκδόσεις Επίκεντρο. Πρόκειται για τον Μιχαήλ Ζοσένκο,  ένα συγγραφέα ο οποίος αντιμετώπισε αρκετές διώξεις στη χώρα τουτην εποχή του Στάλιν, στον οποίο έστειλε και δυο επιστολές για να βρει το δίκιο του. Ο Ζοσένκο Είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της ρωσικής πρωτοπορίας και έχει ασχοληθεί με πολλά είδη του γραπτού λόγου, τη ποίηση, το διήγημα, το μυθιστόρημα, τον επιστολοικό λόγο. Χαρακτηριστικό  του είναι  το χιούμορ και ο σαρκασμός, κάτι που διακρίνεται στα διηγήματα που έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε στο συγκεκριμένο τόμο. Είναι μερικά από τα πλέον χαρακτηριστικά του διηγήματα και αξίζει να τα προσέξουμε.

Advertisements

ΑΝΕΚΔΟΤΟΣ ΑΓΩΝΑΣ // Η ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΡΗΞΗΣ 1961-1Μια περίοδο όχι ιδιαίτερα μελετημένη προσπαθεί να προσεγγίσει με τη μελέτη του αυτή ο ιστορικός Χρήστος Χρηστίδης, την περίοδο του ανένδοτου αγώνα. Μια περίοδο μεταβατική για την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος και έναν ακόμη σταθμό στη σύγχρονη ιστορία μας. Μόλις είχαν ολοκληρωθεί οι εκλογές του 1961, γνωστές για τη βία και τη νοθεία που είχε ασκήσει η κυβέρνηση της δεξιάς έναντι των πολιτικών της αντιπάλων. Το κέντρο εμφανιζεται για πρώτη φορά ενωμένο και αγωνίζεται για να καταλάβει την εξουσία ανάμεσα σε ένα πολιτικό δίπολο που επικρατούσε μέχρι τότε, ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά. Ο αρχηγός του, ο Γεώργιος Παπανδρέου έχοντας να αντιμετωπίσει πολλά εσωτερικά προβλήματα με κυριότερο την ανομοιογένεια του νεοσύσταθέντος μηχανισμού, ξεκινά έναν αγώνα ενάντια στη παντοδύναμη τότε δεξιά, η οποία έχει εκτός από τον δικό της μηχανισμό και ένα μηχανισμό του παρακράτους που τη στηρίζει. Ο αγώνας είναι αρκετά σκληρός για να επιβιώσει το νέο σχήμα, να δώσει πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης και να καταφέρει να ανέλθει στην εξουσία λίγο αργότερα. Ταυτόχρονα παρατηρούμε και τον αγώνα που δίνε ενάντια στην αριστερά, με μοναδικό στόχο να βγάλει το αντικομμουνιστικό του μένος, να μη χαρακτηριστεί συνοδοιπόρος και να μπορέσει να χαρακτηριστεί εθνικόφρων. Μέσα από μια εξαντλητική μελέτη ο συγγραφέας κατορθώνει να μας δώσει ττο ιστορικό πλαίσιο εκείνης της εποχής. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μελέτη.

Αναρτήθηκε από: akamas | Ιουνίου 13, 2018

Ondjaki Καλημέρα σύντροφοι Εκδόσεις Αιώρα

Αποτέλεσμα εικόνας για ondjaki Καλημέρα σύντροφοιΓια μια ακόμη φορά οι εκδόσεις Αιώρα μας εκπλήσσουν με την επιλογή τους να εκδώσουν έναν άγνωστο στην Ελλάδα συγγραφέα και ένα αριστουργηματικό του έργο. Να Ξεκινήσω με τον συγγραφέα. και να πω ότι Οντζάκι σημαίνει πολεμιστής σε μια  από τις διαλέκτους της Αγκόλα και είναι το ψευδώνυμο υοθ συγγραφέα Ντάνου ντε Αλνέιντα. Το βιβλίο είναι  το πρώτο του και κυκλοφόρησε στην Αγκόλα το 2001/ Είναι αυτοβιογραφικό. Το θέμα του είναι οι περιπέτειες που πέρασε η χώρα του τα προηγούμενα χρόνια, μια κατοχή και έναν εμφύλιο και πολλές πολιτικές περιπέτειες. Αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει είναι ο τρόπος μετον οποίο ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το θέμα του  Βάζει ως αφηγητή τον εαυτό του σε παιδική ηλικία,και ζει τις περιπέτειες αυτές με την παρέα του από το σχολείο. Με μια γλώσσα και μια αφέλεια παιδική  αποτυπώνει τα γεγονότα που διαδραματίζονται και τον τρόπο με τον οποίο τα ζουν,  Με ένα πολύ πρωτότυπο τρόπο κατορθώνει να μας δώσει ένα άψογο αποτέλεσμα και να μας περάσει όσα θέλει.

Αποτέλεσμα εικόνας για Κορνηλία Τσεβικ Μπαιβερτιάν Κωνσταντινουπολίτικη προσωπογραφίαΜια ενδιαφέρουσα προσπάθεια να μας παρουσιάσει το σύγχρονο πρόσωπο των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης επιχειρεί μέσα από το βιβλίο της αυτό η συγγραφέας. Σε έναν καλαίσθητο τόμο συγκεντρώνει μια σειρά συνεντεύξεων που έχουν πρωτοπαρουσιαστεί στην εφημερίδα ο Πολίτης, μια εφημερίδα που επί πενήντα χρόνια αποτελεί σημείο αναφοράς των Κωνσταντινουπολιτών, και μας δίνεια αρκετά ανάγλυφα την κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι ομογενείς που έχουν παραμείνει εκεί. Το εύρος των συνεντεύξεων είναι αρκε΄τα μεγάλο και περιλαμβάνει εκπροσώπους διαφόρων κοινωνικών ομάδων, επιχειρηματίες, ιερείς, του οικουμενικού Πατριάρχη, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Μέσα από τις συνεντεύξεις αυτές ερχόμαστε πιο κοντά στη κατάσταση που επικρατεί στη σύγχρονη Τουρκία.

Αναρτήθηκε από: akamas | Ιουνίου 10, 2018

Συνέντευξη Κατερίνας Τσέκου

Πριν λίγες ημέρες ολοκλήρωσα το βιβλίο Τα πιο πολλά βασανιστήρια τα πέρασε μια Τασούλα. Η Κατερίνα Τσέκου  που πήρε τις δυο συνεντεύξεις απαντά σε μερικές ερωτήσεις μου και την ευχαριστώ πολύ.

  1. Στο βιβλίο καταγράφονται δυο μαρτυρίες σχετικές με τον εμφύλιο και την προσφυγιά στη Βουλγαρία. Πώς ήρθατε σε επαφή με τα συγκεκριμένα άτομα;

 

Η ελληνική πολιτική προσφυγιά στη Βουλγαρία, λόγω του εμφυλίου πολέμου, ήταν το θέμα της διδακτορικής μου διατριβής. Μετά την υποστήριξή της, εκδόθηκε το 2010, εμπλουτισμένη με μια εκτεταμένη γενική εισαγωγή, από τις εκδόσεις Επίκεντρο με τον τίτλο «Προσωρινώς διαμένοντες… Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας, 1948-1982». Στην παρουσίαση του βιβλίου, στην Αλεξανδρούπολη το 2011, γνώρισα για πρώτη φορά τον Ηλία Ιωαννάκη που ήρθε να την παρακολουθήσει και αμέσως μετά, με τη δική του πια μεσολάβηση, γνώρισα και τη μητέρα του Αναστασία/Τασούλα Μουτάκη.

 

 

  1. Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε για να πάρετε τις αφηγήσεις ζωής των δυο προσώπων;

 

Οι δυσκολίες αφορούσαν κυρίως εμένα προσωπικά, ως άνθρωπο και ως ερευνήτρια. Στην αρχή χάρηκα γιατί θα άκουγα από «πρώτο χέρι» για τα γεγονότα στην 7η Μεραρχία του Δ.Σ.Ε.. Γνώριζα δύο μόνο γραπτές μαρτυρίες παθόντων (Κασάπη, Γκαγκούλια) γι’ αυτό το θέμα, ένα θέμα «ταμπού». Αλλά η αρχική χαρά δεν κράτησε πάρα πολύ. Ανησυχούσα για το πώς θα καταφέρω να ανασύρω τις αναμνήσεις της κ. Τασούλας από αυτή την τραυματική της εμπειρία, χωρίς όμως να προκαλέσω αφόρητη γι’ αυτήν ψυχική πίεση. Στο τέλος, στις συναντήσεις μας περιορίστηκα στο ρόλο του ακροατή και τις ερωτήσεις ανέλαβε ο γιος της, οπότε είχα την αίσθηση ότι η όλη διαδικασία είχε μια κανονικότητα γι’ αυτήν, αφού την ίδια συζήτηση την είχαν επαναλάβει οι δυο τους πολλές φορές στο παρελθόν. Ακόμη και στις «σκληρές» ερωτήσεις του απαντούσε και ήταν ήρεμη, ξεχνώντας ότι είμαι παρούσα. Ήταν γι’ αυτήν σαν να κουβέντιαζαν για ακόμη μια φορά οι δυο τους. Γι’ αυτό και, όπως θα διαπιστώσετε, έδινε κάποτε λακωνικές απαντήσεις ή έκανε συχνά παύσεις. Δεν διέκρινα καμιά διάθεση θυματοποίησης και υπερβολής από μέρους της. Αντίθετα μάλιστα. Ήταν σαν να του έλεγε «αφού τα ξέρεις, Ηλία, τι ρωτάς;». Εγώ δεν υπήρχα γι’ αυτήν. Όσο για τον Ηλία, είχε ο ίδιος πολύ μεγάλη ανάγκη να μιλήσει, να «ακουσθεί». Μέσα από την ιστορία της μητέρας του να αφηγηθεί και ο ίδιος την προσωπική του ιστορία. Δεν χρειάσθηκε παρά μόνο χρόνο να του διαθέσω για να μου μιλήσει για τη ζωή του. Τη δική του ζωή, τη συνυφασμένη με τη ζωή της μητέρας του.

 

 

  1. Μέσα από τις συνεντεύξεις παρουσιάζονται άγνωστα γεγονότα από εκείνη την περίοδο. Πώς τα αντιμετώπισαν σε γενικές γραμμές οι δυο πληροφορητές σας;

 

Όντως πρόκειται για ελάχιστα γνωστά γεγονότα. Και γεγονότα «ακραία» μέσα στη δίνη της εμφύλιας σύρραξης στην Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη. Για την έφηβη τότε ασυρματίστρια Τασούλα, η σύλληψή της ως «πράκτορα του εχθρού» και ο άγριος βασανισμός της από «συναγωνιστές» της, εκτός από ένα ακόμη κομβικό συμβάν στην ταραχώδη ζωή της (αναγκαστική επιστράτευση, μαχήτρια της 7ης Μεραρχίας Δ.Σ.Ε., πολιτική πρόσφυγας, επαναπατρισμός), είναι μια δραματική περιπέτεια με τραγικές συνέπειες για όλη της τη ζωή. Και δεν εννοώ μόνο το σωματικό της τραυματισμό. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της αποκαλύπτεται πόσο βαθύτερες και αθεράπευτες ήταν οι ψυχικές συνέπειες: καχυποψία, αγωνία, μόνιμος φόβος, τρόμος. Και στη ζωή του γιου της, ωστόσο, που τόσο προσπάθησε η ίδια να προστατέψει, ακόμη και με ψέματα, προκύπτει ανέλπιστη ξαφνική ανατροπή, όταν μόνος του, όντας ενήλικας πια, ανακαλύπτει τυχαία την περιπέτειά της. Απ’ εκεί κι έπειτα, ο Ηλίας απαιτεί να μάθει, αναζητά τους πρωταγωνιστές, ρωτάει πρόσωπα «κλειδιά»…, ζητάει αποκατάσταση της αλήθειας και επικράτηση του δίκαιου. Και αναστοχάζεται την πορεία της οικογενειακής τους ζωής, αλλά και της μέχρι τότε προσωπικής του ζωής. Και αναθεωρεί σήμερα.

 

 

  1. Παρατηρούμε ότι κάποιοι αγωνιστές του Δ.Σ.Ε. βασανίστηκαν με μεγάλη σκληρότητα από συναγωνιστές τους. Πού οφείλεται αυτή η σκληρότητα;

 

Τα βασανιστήρια πραγματικά ήταν φρικτά, άγρια. Και εάν κανείς σκεφτεί ότι τα υπέμειναν και νεαρά κορίτσια, μένει άφωνος από την σκληρότητα, την ωμή βία. Είναι δύσκολα «διαχειρίσιμο» το θέμα αυτό. Θα πρέπει, βέβαια, να σκεφτούμε και το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν τα βασανιστήρια. Ποιο ήταν; Με τον αποδεκατισμό της δύναμης του Δ.Σ.Ε. στην Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη, με τις πολεμικές αποτυχίες της 7ης Μεραρχίας του και τις μεγάλες της απώλειες (π.χ. επιχείρηση Μεταξάδες), με τις  πάρα πολλές λιποταξίες σ’ αυτήν, με τις ελλείψεις της σε εφεδρείες, τρόφιμα κ.ά, με την έντονη φημολογία για προδότες, την τελευταία χρονιά του εμφυλίου,  πριν ακόμη καθυστερημένα διαταχθεί η υποχώρησή της (Οκτώβριο – Δεκέμβριο 19149) στη Βουλγαρία, συλλαμβάνονται υποτιθέμενοι «πράκτορες του εχθρού» που εμφανίζονται ως υπαίτιοι για την απολύτως δυσβάστακτη δυσάρεστη κατάσταση. Πώς θα περίμενε κάποιος ότι θα αντιμετώπιζε το κόμμα αυτούς στους οποίους αποκλειστικά χρεώθηκε το ναυάγιο του αγώνα του στην περιοχή; Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι που επιβαρύνει τη θέση όσων σκέφτηκαν και οργάνωσαν τη σκευωρία. Γιατί οι ίδιοι, ως στελέχη του κόμματος, γνώριζαν καλύτερα από τον καθένα τι περίμενε αυτούς για τους οποίους «κατασκεύασαν» την κατηγορία του «πράκτορα». Αλλά φαίνεται ότι τα κίνητρά τους ήταν ισχυρότατα: να αποφύγουν τη μελλοντική αναζήτηση και πιθανή απόδοση ευθυνών στους ίδιους για την εξέλιξη του αγώνα του Δ.Σ.Ε. στην Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη.

 

 

  1. Βλέπουμε ότι η Τασούλα αποκρύπτει τα γεγονότα από τον γιό της. Ποιος είναι ο λόγος που το κάνει αυτό;

 

Νομίζω ότι ο βασικός λόγος ήταν για να προστατέψει την οικογένειά της και ειδικά τον ζωηρό, ατίθασο, μονάκριβο γιο της που τον απέκτησε μετά από πολλές ταλαιπωρίες και μεγάλες θυσίες. Υποθέτω ότι δεν θα ήθελε να βρεθεί η ίδια ή η οικογένειά της ποτέ ξανά στο «στόχαστρο» του κόμματος, γιατί γνώριζε από «πρώτο χέρι» τι θα σήμαινε αυτό. Η παρουσία του συζύγου της «Γκαριμπάλντι», με τη συγκροτημένη προσωπικότητα και τη συμμετοχή του στον Ε.Λ.Α.Σ. και στον Δ.Σ.Ε., αισθάνομαι ότι της παρείχε μια κάποια ασφάλεια, αλλά πιθανόν της προσέθετε και επιπλέον ευθύνη: να μην του δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα απέναντι στο κόμμα. Νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως, μετά το θάνατό του, αρχίζει δειλά – δειλά να αφηγείται την τραγική εμπειρία της στο γιο τους. Κατά κάποιο τρόπο απελευθερώνεται τότε και το δράμα της γίνεται πια αφηγήσιμο στο παιδί τους πρώτα και σε όλους τους άλλους αμέσως μετά.

 

 

  1. Ποια συμπεράσματα θα μπορούσαμε να πούμε ότι βγαίνουν από τις  μαρτυρίες;

 

Οι συγκεκριμένες δύο μαρτυρίες, μάνας και γιου, προσφέρονται για την εξαγωγή συμπερασμάτων, από απλών έως και πιο σύνθετων, σε διάφορα επίπεδα. Θα μείνω στο ιστορικό, κοινωνικο-ανθρωπολογικό επίπεδο. Έγραψα παλιότερα (το 2013) σε άρθρο μου «η πολιτική προσφυγιά ως πολιτισμικό τραύμα: θύματα, θύτες και συλλογικός πόνος» ότι στο γενικότερο κοινοτικό/ομαδικό πολιτισμικό τραύμα της ελληνικής πολιτικής προσφυγιάς η υπόθεση της 7ης Μεραρχίας εγγράφηκε με ιδιαίτερο τρόπο, γιατί στιγμάτισε τον αγώνα του Δ.Σ.Ε. και στοίχειωσε σε συλλογικό επίπεδο τους μαχητές που κατέφυγαν στην όμορη νεοσύστατη «Λαϊκή Δημοκρατία», δηλαδή την προσφυγική μικροκοινωνία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Βουλγαρίας. Από τις αφηγήσεις των δυο πρωταγωνιστών του βιβλίου διαφαίνεται η απουσία μιας «κοινότητας μνήμης» που να έχει διαχειριστεί αποτελεσματικά το τραύμα, δηλαδή να έχει μετασχηματίσει σε ένα αφήγημα δίπλα στα υπόλοιπα το τραύμα τόσο των ίδιων των θυμάτων των βασανιστηρίων όσο και της προϊούσας από αυτούς δεύτερης γενιάς πολιτικών προσφύγων. Αυτή ακριβώς η κατάσταση «οριακότητας» (με ανθρωπολογικούς όρους), δηλαδή απουσίας ταξινόμησης λόγω απουσίας συλλογικής επεξεργασίας και αποδοχής του τραύματος στο πλαίσιο της στενότερης «κοινότητας», είναι που καθιστά τις συγκεκριμένες μαρτυρίες «οριακές». Και, κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, εγκαινιάζουν το εκδοτικό εγχείρημα (είναι το 1ο βιβλίο) μιας σειράς μαρτυριών για τη δεκαετία του ’40 που δεν έχουν βρει ακόμη τη θέση τους στο δημόσιο λόγο.

«ΜΙΚΡΟ ΚΑΙ ΑΛΑΖΟΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ» // ΔΟΚΙΜΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣΟφείλω να ομολογήσω ότι είναι το πρώτο βιβλίο του Μάκη Καραγιάννη  που διαβάζω και με χαροποιεί το γεγονός  ότι πετυχαίνω μια  από τις σημαντικότερες μελέτες που έχουν γραφτεί από Έλληνα συγγραφέα σχετικά με την αυτογνωσία των Ελλήνων. Στη μελέτη του αυτή ο συγγραφέας  τολμά να προσεγγίσει το έθνος μας και να το αναλύσει. Να πω ότι είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε ανοιχτά μυαλά, καθώς τολμά να να αναλύσει τις παθογένειες που έχουμε ως έθνος και τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούμε να προχωρήσουμε ωε έθνος. Το βιβλίο χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος αναπτύσσονται οι διαφορές που έχουμεμε τον δυτικό κόσμο και τον ρόλο που έπαιξαν οι αιώνες του Βυζαντίου και της οθωμανικής κυριαρχίας, καθώς και η ορθοδοξία στην ανάπτυξή μας. Στο δεύτερο μέρος επικεντρώνεται στον χώρο της λογοτεχνίας και αναλύει τις διαφορές ανάμεσα στους εθνοκεντρικούς συγγραφείς, οι οποίοι περιορίζονται σε μια βουκολική ανάπτυξη του θέματός τους και στους δυτικότροπους συγγραφείς, οι οποίοι δίνουν βάση στο υποκείμενο της λογοτεχνίας στηριζόμενοι στα ευρωπαικά ρεύματα. Τέλος στο τρίτο μέρος επικεντρώνεται στις διαφορές ανάμεσα στην ελληνική και στην εβραική παράδοση, προσεγγίζοντας τον Όμηρο και την Παλαιά Διαθήκη. Πρόκειται για μια σημαντική μελέτη που τολμά να προσεγγίσει τις ελληνικές παθογένειες.

Αποτέλεσμα εικόνας για Τα πιο πολλά βασανιστήρια τα πέρασε μια ΤασούλαΠολλοί θεωρούν ότι ο εμφύλιος πόλεμος ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1949 με την ήττα του ΔΣΕ στον Γράμμο. Όμως υπάρχουν κάποιες περιοχές της χώρας συνεχίστηκε για λίγο καιρό ακόμη και συγκεκριμένα στη Θράκη που τελείωσε στις αρχές του 1950. Τα προβλήματα που υπήρχαν εκείνη την εποχή ήταν πάρα πολλά καθώς το ΚΚΕ και η ηγετική ομάδα έβλεπε παντού εχθρούς και βασάνιζε αρκετούς αγωνιστές. Μια από αυτές τις περιπτώσεις που δέχτηκε βασανιστήρια από την ομάδα του Βλαντά ήταν και η Τασούλα  Μουτάκη, η οποία σώθηκε μετά από παρέμβαση των Βουλγάρων, όταν πλέον είχε περάσει στη γειτονική χώρα.  Στο βιβλίο αυτό η ιστορικός Κατερίνα Τσέκου παίρνει συνεντεύξεις, αφηγήσεις ζωής ουσιαστικά, από την Τασούλα Μουτάκη και τον γιό της Ηλία Ιωαννάκη, ο οποίος γεννήθηκε και σπόύδασε στη Βουλγαρία και γύρισε ουσιαστικά μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ στην Ελλάδα. Μέσα από τις αφηγήσεις τους έχουμε την ευκαιρία να δούμς τη φυγή της Τασούλας στη Βουλγαρία, τη ζωή της εκεί, τη ζωή και τον τρόπο με τον οποίο δρούσαν οι πολιτικοί πρόσφυγες, πως τους υποδέχτηκαν στη χώρα και τι έγιινε με την επιστροφή τους στην Ελλάδα. Πρόκειται για δυο αφηγήσεις ζωής, οι οποίες δίνουν μια εξαιρετική χροιά στην ιστορία και μας δίνουν άγνωστες πτυχές της περιόδου εκείνης.

Αναρτήθηκε από: akamas | Ιουνίου 4, 2018

Συνέντευξη Γιάννη Καράτζογλου

Πριν λίγες ημέρες ολοκλήρωσα το βιβλίο του Γιάννη Καράτζογλου με τίτλο Το ημερολόγιο κατοχής του Βενιαμίν Χαίμ Καπόν. Ο κ. Καράτζογλου απαντά σε μερικές ερωτήσεις μου και τον ευχαριστώ πολύ.

 

  1. Είναι η πρώτη φορά που το ημερολόγιο του Βενιαμίν Χαΐμ Καπόν κυκλοφορεί. Ποια είναι η ιστορική του σημασία;

 

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια μαρτυρία για τη μοίρα που επιφύλαξε η Ιστορία στους Θεσσαλονικείς Εβραίους κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ και της Κατοχής της Ελλάδος από τα γερμανικά στρατεύματα στα χρόνια 1941-1944.  Η ιδιαιτερότητα αυτής της μαρτυρίας  είναι ότι, έχει γραφεί σε ημερολογιακή μορφή, ότι η αφήγηση της ξεκινά από τη διαφυγή, στην ουσία δραπέτευση του συγγραφέα της από το γκέτο της γερμανοκρατούμενης Θεσσαλονίκης στα τέλη Μαρτίου του 1943 προς την ιταλοκρατούμενη Αθήνα, συνεχίζει με τις περιπέτειες του κρυψίματος της οικογένειας του στην πρωτεύουσα, παρουσιάζει την (ανεπιτυχή) προσπάθεια μετάβασης του αφηγητή στη Μέση Ανατολή, τη σύλληψη, τον εγκλεισμό στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ως την απόλυση του από κει, το περαιτέρω κρύψιμο σε διάφορα σπίτια, τα μπλόκα, την αγωνία, την Απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά. Μία άλλη –σημαντική- ιδιαιτερότητα του Ημερολογίου είναι, πως αντιπροσωπεύει μια από τις πολύ λίγες, ελάχιστες, γραπτές μαρτυρίες που περιγράφουν τη ζωή των Θεσσαλονικέων Εβραίων οι οποίοι απέδρασαν στην Αθήνα στο διάστημα της Κατοχής.

 

  1. Συνοδεύεται και από άλλες ιστορικές μαρτυρίες. Τι έρχονται να προσθέσουν αυτές οι μαρτυρίες στη γνώση μας για το ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης;

 

Οι μαρτυρίες αυτές έρχονται να επιβεβαιώσουν το γεγονός ότι, ο μεγάλος αριθμός των Εβραίων της Θεσσαλονίκης που διέφυγε στην Αθήνα εκείνη την εποχή, διασώθηκε χάρις στο εκτεταμένο και κυρίως αποτελεσματικό δίκτυο διάσωσης, που στήθηκε κυρίως από φορείς όπως η Αστυνομία του Άγγελου Έβερτ με τους αστυνομικούς διευθυντές Δημήτριο Βρανόπουλο, Μιχαήλ Γλύκα και Δημήτριο Βλαστάρη,  η Εκκλησία του Αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού, ο Δήμος Αθηναίων με τον Παναγιώτη Χαλδέζο, προϊστάμενο του Μητρώου του Δήμου  και από αντιστασιακές οργανώσεις, κυρίως το ΕΑΜ. Όλα αυτά βέβαια, σε θεσμικό επίπεδο. Διότι το σωτήριο κρύψιμο χιλιάδων Εβραίων στην Αθήνα της Κατοχής, ιδίως μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, οφείλονταν στον ανθρωπισμό, στην ανοχή, στην προθυμία και την περιφρόνηση των συνεπειών που θα μπορούσαν να έχουν αντίστοιχοι χιλιάδες χριστιανοί Αθηναίοι όλου του κοινωνικού φάσματος, χωρίς την έμπρακτη βοήθεια των οποίων οι εκδόσεις πλαστών πιστοποιητικών και ταυτοτήτων θα ήταν «γράμμα κενό».  Αυτό που προκύπτει από όλες τις μαρτυρίες Αθηναίων Εβραίων που κρύφτηκαν στην ίδια τους την πόλη ή Θεσσαλονικέων που διέφυγαν με μεγάλες δυσκολίες και οικονομική αιμορραγία από τα σπίτια τους και κατέφυγαν στην Αθήνα, είναι ότι όλοι τους κρύφτηκαν σε σπίτια είτε επαγγελματικών συνεργατών τους , είτε φίλων και απλώς γνωστών χριστιανών, είτε νοίκιασαν διαμερίσματα από χριστιανούς Αθηναίους που γνώριζαν ή υποπτεύονταν το θρήσκευμα των κυνηγημένων συνανθρώπων τους. Και βέβαια, σε πολλές περιπτώσεις είναι εμφανής και η συμβολή των Αντιστασιακών δυνάμεων της εποχής.

 

 

  1. Ποιος ήταν ο ρόλος των Ελλήνων στη διάσωση των Εβραίων από τους Γερμανούς;

 

Προφανώς στο ερώτημα, εννοείτε τον ρόλο των χριστιανών στο ζήτημα της διάσωσης. Εδώ πρέπει να γίνει μια διάκριση ανάμεσα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Σε ότι αφορά την Αθήνα, εξηγούμε το πλαίσιο στην προηγούμενη ερώτηση. Στη Θεσσαλονίκη, ο αριθμός των διασωθέντων που κρύφτηκαν στην πόλη και επέζησαν, ανήλθε μόνον σε 73 άτομα. Γιατί; Η πόλη το 1942-43 ήταν απόλυτα υποταγμένη και καλά ελεγχόμενη από τον τακτικό Γερμανικό Στρατό Κατοχής, την Γκεστάπο, τα SS και όλον τον ναζιστικό μηχανισμό που είχαν φέρει μαζί τους οι κατακτητές αλλά και αυτόν που δημιούργησαν με διάφορα κατακάθια της τότε κοινωνίας, εντόπια ή ελθόντα από τα πέρατα της Ελλάδας, με τα οποία είχαν αποκαταστήσει δεσμούς επ’ αμοιβαία ωφελεία. Όλος αυτός ο εσμός αποτελούσε ένα πρώτης τάξεως μίγμα πληροφοριοδοτών, σε σημείο που η καταγγελία του γείτονα ή του έχοντος προσωπικές διαφορές ή εμπορική αντιπαλότητα με τον απέναντι, να καταντάει συνηθισμένο φαινόμενο. Οι εκτελέσεις από την αρχή ακόμα της Κατοχής δημιουργούσαν ένα κλίμα απόλυτης φοβίας στον τοπικό πληθυσμό. Μην ξεχνούμε ότι αντιστασιακές ενέργειες του τύπου κατεβάσματος της γερμανικής σημαίας δεν σημειώθηκαν στην Θεσσαλονίκη από κανέναν γηγενή Γλέζο ή Σάντα. Οι ίδιοι οι Εβραίοι, ανησυχούσαν μεν για το τι μέλει γενέσθαι, υπήρχε ένας διάχυτος φόβος, αλλά κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει έναν πλήρη αφανισμό, που τελικά έγινε. Ζώντας κι εκείνοι στο δικό τους περίκλειστο περιβάλλον, συζητούσαν τα τεκταινόμενα και τις προοπτικές κυρίως μεταξύ τους, στη γλώσσα τους, αξιολογώντας κατά το δοκούν τις λίγες πληροφορίες που διέθεταν. Τα ραδιόφωνα είχαν σφραγιστεί από την αρχή της Κατοχής, το BBC ήταν πολύ μακριά, τα τηλέφωνα λίγα, και οι συνομιλίες με την Αθήνα ελεγχόμενες. Το αριστερό κίνημα που περιλάμβανε πολλούς ομοθρήσκους τους στην προηγούμενη δεκαετία, έχοντας δεχθεί ισχυρό πλήγμα ήδη από την περίοδο του Μεταξά, ήταν ανίσχυρο. Η έξοδος από την πόλη ήταν ελεγχόμενη, η Χαλκιδική γερμανοκρατούμενη, τα «σύνορα» στον Πλαταμώνα από όπου άρχιζε η ιταλοκρατούμενη ζώνη, αυστηρά ελεγχόμενη. Η μοναδική λύση φάνταζε να είναι η Αθήνα και δευτερευόντως οι Σποράδες. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα πορεύονταν η πόλη μέχρι την άφιξη του κομάντο Ρόζενμπεργκ, και συγκεκριμένα του Αλόις Μπρούνερ και του Ντήτερ Βισλιτσένυ και της ομάδας τους τον Φεβρουάριο του 1943 για να εκτελέσουν το σχέδιο εφαρμογής της «τελικής λύσης» με διαταγή του Άιχμαν. Και το εκτέλεσαν.

 

  1. Ποιο ρόλο έπαιξε ο ραβίνος της Θεσσαλονίκης στο σχέδιο της τελικής λύσης;

 

Αμφιλεγόμενο. Οι μαρτυρίες των Εβραίων που έζησαν ως αυτόπτες την εποχή εκείνη τον κατατάσσουν στη χορεία των προδοτών. Οι σύγχρονοι ιστορικοί τείνουν να τον θεωρούν ως παραπλανημένο αλλά όχι προδότη. Τα Αρχεία της Εβραϊκής Κοινότητας που σίγουρα κάποτε θα δουν το φως, που σήμερα βρίσκονται διάσπαρτα μεταξύ Μόσχας, ΗΠΑ, Γερμανίας, Ισραήλ κλπ., θα μας διαφωτίσουν καλύτερα.

 

  1. Ποια η διαφορά ανάμεσα στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης  και της Αθήνας;

 

Οι Εβραίοι των Αθηνών ήταν στο μεγαλύτερο μέρος τους Ρωμανιώτες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχαν και Σεφαραδίτες όπως και Ασκεναζίμ και  μιλούσαν πριν από πολλές δεκαετίες άπταιστα Ελληνικά χωρίς καμία ιδιαίτερη προφορά και έτσι ουδείς μπορούσε να τους ξεχωρίσει από τους χριστιανούς κατοίκους της πρωτεύουσας. Εξάλλου, η ενσωμάτωσή τους στον ελληνικό κορμό είχε επιτευχθεί από τον προηγούμενο αιώνα με καταγεγραμμένη την ταξική τους κατάταξη στην αστική τάξη της πόλης: μικροέμποροι ή μεσαίοι έμποροι, επαγγελματίες, επιστήμονες (γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί κλπ) ενταγμένοι πλήρως στις επαγγελματικές οργανώσεις της πόλης, με επαγγελματικές διασυνδέσεις και συνεταιρισμούς ή προσωπικές φιλίες με άτομα του ομοιοεπαγγελματικού τους χώρου, ή του κοινωνικού τους status, της περιοχής κατοικίας τους ή του συλλόγου (εκδρομικού, καλλιτεχνικού, εξωραϊστικού κλπ) στον οποίο ανήκαν. Οι γνωριμίες και οι φιλίες των εβραϊκών οικογενειών της Αθήνας δεν περιορίζονταν στον στενό κύκλο των ομοθρήσκων τους, αλλά εκτείνονταν  πέραν δογματισμών και θρησκοληψίας,  με κριτήριο τις προσωπικές τους επιλογές και συμπάθειες. Βεβαίως πολλοί γνώριζαν ξένες γλώσσες, γαλλικά-γερμανικά-αγγλικά, σε ποσοστό ανάλογο της αστική τάξη της εποχής –πάντως όχι όλοι Ισπανοεβραϊκά, τη γλώσσα των Θεσσαλονικέων ομοθρήσκων τους. Αρκετοί ήταν θρησκευόμενοι και μετέβαιναν στην Συναγωγή στις εβραϊκές γιορτές, αλλά άλλοι τόσοι ήταν σχετικά αδιάφοροι και μετείχαν σε θρησκευτικές εκδηλώσεις μόνον στις μεγάλες εβραϊκές γιορτές ή  σε γάμους, κηδείες και μπαρ-μιτσβά ομοθρήσκων συγγενών και φίλων τους. Οι περισσότεροι κατοικούσαν στο κέντρο της Αθήνας, στο Θησείο, στα Πετράλωνα, στον Κολωνό, στην Πλάκα, στο Κολωνάκι, στο Μετς, αρκετοί στην Πατησίων, στην Κυψέλη, το Παγκράτι, και πολύ λίγοι στα προάστια. Οι Εβραίοι της Αθήνας δεν διέθεταν δική τους, εβραϊκή εφημερίδα, οι εβραϊκές εφημερίδες της Θεσσαλονίκης δεν διανέμονταν από τα Πρακτορεία εφημερίδων στην πρωτεύουσα, έτσι διάβαζαν «Ελεύθερον Βήμα», «Ακρόπολη», ή «Καθημερινή». Δεν είχαν εβραϊκά γηροκομεία ή νοσοκομεία και κλινικές, νοσηλεύονταν μαζί με τους υπόλοιπους Αθηναίους στον «Ευαγγελισμό» ή στο «Ιπποκράτειο», ο οικογενειακός γιατρός τους ήταν συνήθως κάποιος γνωστός τους Αθηναίος επιλεγμένος λόγω της εγγύτητας του ιατρείου του ή της γνώσης των πελατών του για τη θεραπευτική του ικανότητα, ο δικηγόρος τους επιλεγμένος με αντίστοιχα κριτήρια.  Η Αθήνα ήτανε τότε μια πλήρως χριστιανική πόλη, με κάθε γειτονιά να διαθέτει την εκκλησία της, η «ενορία» να καθορίζει τα όρια την «γειτονιάς» και κάθε Κυριακή η καμπάνα της να καλεί τους πιστούς Χριστιανούς στη θεία λειτουργία, καθώς και σε κάθε χριστιανική γιορτή, ιδίως το Πάσχα, να υπάρχουν πιο «θορυβώδεις» λατρευτικές εκδηλώσεις.  Μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο ζούσανε την καθημερινότητα τους και οι Εβραίοι των Αθηνών.

Από την άλλη πλευρά, οι Εβραίοι της Αθήνας δεν είχαν το παρελθόν των 400 ετών συνεχούς διαμονής στην πόλη, όπως οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Ο εβραϊσμός των Αθηνών δεν διέθετε βαθύπλουτες οικογένειες («familias excelentes») όπως οι Αλλατίνι-Μοδιάνο-Μισραχή-Φερνάντες-Μορπούργο-Σαίας κλπ όπως αυτός της Θεσσαλονίκης, αλλά ούτε και κάτι παρόμοιο με διακριτή διαμονή σε αρχοντικές βίλες, όπως η ανώτερη εβραϊκή τάξη της Θεσσαλονίκης (και βέβαια, όχι μόνον η εβραϊκή) στη συνοικία των «Εξοχών» (Campanias). Έτσι, ο κοινωνικός φθόνος στην Αθήνα ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Από την άλλη πλευρά, επίσης στην Αθήνα δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο προς το πολυπληθές προλεταριάτο της Θεσσαλονίκης με τις συντεχνίες των ψαράδων , των αχθοφόρων του λιμανιού, της αγοράς και του Σταθμού, τους χαμάληδες κάθε οικονομικής περιοχής που μονοπωλούσαν τα σχετικά επαγγέλματα. Σε ότι αφορά το εμπόριο, κι εκεί η παρουσία τους στη μεγάλη –σε σύγκριση με τη Θεσσαλονίκη- αγορά των Αθηνών ήταν σε ποσοστιαία αναλογία πολύ περιορισμένη, πολύ μικρή. Το γεγονός αυτό, ήταν ένας ακόμη περιοριστικός παράγων για τη δημιουργία φθοροποιού ανταγωνισμού μεταξύ επαγγελματιών, στην Αθήνα, όπως γινόταν στη Θεσσαλονίκη. Τέλος στην Αθήνα, παρά τον όποιον οπωσδήποτε ενυπάρχοντα θρησκευτικό αντισημιτισμό των χριστιανών της πρωτεύουσας, παρά την εγκατάσταση μεγάλου αριθμού προσφύγων μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, δεν υπήρξαν φαινόμενα ίδρυσης παρακρατικών οργανώσεων τύπου «Ε.Ε.Ε» όπως στη Θεσσαλονίκη, γιατί δεν υπήρχε καμία «αναγκαιότητα» έκφρασής του. Πάντως κατά βάση, τα κριτικά σημεία της μη ύπαρξης αντισημιτισμού στην Αθήνα ήταν,  όπως αναφέρθηκε στην αρχή, το ελάχιστο ποσοστό της παρουσίας των Εβραίων Αθηναίων, στο σύνολο των κατοίκων της πρωτεύουσας και ο βαθμός αφομοίωσής τους στην κοινωνία, ακριβώς το αντίθετο με ότι υπήρχε στη Θεσσαλονίκη.

 

  1. Μετά την επιστροφή των Εβραίων στην Ελλάδα πέρασε μεγάλο διάστημα για να έχουμε προφορικές μαρτυρίες. Που οφείλεται αυτό;

 

Πράγματι, έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να μιλήσουν οι επιζήσαντες των στρατοπέδων αφήνοντάς μας τη μαρτυρία τους, γραπτή ή και προφορική. Το τραύμα δεν επουλώνεται γρήγορα, χρειάζεται χρόνος για την επούλωσή του. Η αναβίωση της μνήμης όταν είναι επώδυνη, η αναφορά στο απίστευτο, η «ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης» κατά την Οντέτ Βαρών-Βασάρ, ήταν μια εξαιρετικά δυσβάστακτη υπόθεση τα πρώτα χρόνια μετά την επιστροφή. Έτσι εξηγείται η αρχική σιωπή.  Όταν πέρασε αυτός ο «κρίσιμος χρόνος», αρχίσαμε να έχουμε τις μαρτυρίες που τελικά διασώθηκαν σε γραπτή ή και σε προφορική μορφή.

 

 

Γιάννης Καρατζόγλου

 

 

Αναρτήθηκε από: akamas | Ιουνίου 3, 2018

Αβραάμ Β. Γεοσούα Η κομπάρσα Εκδόσεις Καστανιώτη

Η ÎºÎ¿Î¼Ï€Î¬ÏÏƒÎ±Ο Αβραάμ Γεοσούα Θεωρείται, και όχι άδικα, μια από τις σημαντικότερες μορφές των εβραικών γραμμάτων, κάτι που μας αποδεικνύει και με το τελευταίο μυθιστόρημα, τη κομπάρσα. Πρόκειται για ΄ρνα μυθιστόρημα αρκετά πολύπλευρο, ένα μυθιστόρημα που δείχνει πολλές πτυχές της σύγχρονης ζωής στο σύγχρονο Ισραήλ. Κεντρική ηρωίδα του είναι η  Νέγκα, μια αρπίστρια που διαπρέπει σε μια ορχήστρα της Ολλανδίας. Αναγκάζεται να επιστρέψει στο Ισραήλ λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα της για να βοηθήσει την μητέρα της να αποφασίσει εάν θα πάει σε κάποιον οίκο ευγηρίας. Εκεί έρχεται αντιμέτωπη με τον πρώην άνδρα της, ο οποίος αρνείται την απόρριψη και τον αδερφό της ο οποίος αρνείται την επιτυχία της και θέλει να την κρατήσει στη χώρα. Τα θέματα που διαπραγματεύεται ο συγγραφέας στο βιβλίο έχουν να κάνουν με τις νοοτροπίες που έχο  αναπτυχθεί στο Ισραήλ με την διαρκώς αυξανόμενη επιρροή των υπερορθόδοξων Εβραίων, τη δυνατότητα των γυναικών για  να δημιουργούν δικές τους καριέρες και την αντιμετώπιση που έχουμε για την ιστορία όταν τη ζούμε. Πρόκειται για έναμυθιστόρημα πολύπλευρο που αναγκάζει τον αναγνώστη να σκεφτεί και να έρθει αντιμέτωπος με διάφορες πτυχές τησ ζωής.

Εάν  δεν είχα διαβάσει τον τίτλο του βιβλίου και το βιογραφικό του συγγραφέα θα πίστευα ότιμας περιγράφει άψογα την εποχή μας, τόσο επίκειρο είναι το συγκεκριμένο βιβλίο. Και όμως, ο Αμπού ήρθε με υποτροφία από το γαλλικό κράτος στην Ελλάδα του Όθωνα, επισκέφθηκε πολλά μέρη και μας δίνει γλαφυρές περιγραφές από τις επισκέψεις του αυτές. Ήταν πραγματικό σοκ για εκείνον η κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, μια χώρα που μόλις πριν λίγα χρόνια είχε απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό και προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Περιγράφει αρκετά ανάγλυφα την οκνηρία του Έλληνα, ο οποίος προτιμά να περνά τον καιρό του στα καφενεία αντί να δουλεύει στα χωράφια και να ανεβάζει την αγροτική παραγωγή της χώρας. Βλέπει τις ικανότητες του στο εμπόριο και στις συναλλαγές. Διαπιστώνει ότι εκείνο  που επιδιώκει είναι να φοροδιαφεύγει θεωρώντας ότι μες τον τρόπο αυτό δεν βλάπτει κανέναν. Αντικρίζει το φαινόμενο της ληστείας και εκπλήσσεται από το γεγονός ότιοι ληστές όχι μόνο δεν τιμωρούνται, αλλά πολλές φορές παίρνουν θέση στη στρατιωτική μηχανή της χώρας. Έρχεται αντιμέτωπος με το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες γίνονται μοναχοί ή ιερείς για να έχουν οικονομική άνεση με τον λιγότερο δυνατό κόπο. Και βέβαια, έρχεται αντιμέτωπος με τη ραθυμία των δημοσίων υπαλλήλων  που λαδώνονται. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο αναλογιζόμουν πολλές φορές τι  έχει αλλάξει με το πέρασμα τόσων πολλών ετών και είχα την ευκαιρία να καταλάβω γιατί χρεοκοπήσαμε τόσες πολλές φορές στη σύγχρονη ιστορία μας.  Ο λόγος είναι απλά γιατί ποτέ δεν προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε ποτέ δομές σύγχρονου κράτους, αλλά η διχόνοια ήταν αυτό που  μας χαρακτήριζε και η εθελοντική υποδούλωση σε ξένους φίλους. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τις παθογένειες του ελληνικού κράτους από την ίδρυση του.  Πρόκειται για ένα βιβλίο που μπορεί να μας πονέσει, αλλά θα μας δώσει την ευκαιρία να κατανοήσουμε την ιστορία μας.

Older Posts »

Kατηγορίες